Ακούσαμε χθες τον Κωνσταντίνο Κυρανάκη να ανακοινώνει πως, από αυτή την εβδομάδα, ο σιδηροδρομικός άξονας Αθήνα–Θεσσαλονίκη θα λειτουργεί με τηλεδιοίκηση στο 100%. Μαζί, όπως είπε, ολοκληρώθηκε και η εγκατάσταση του ευρωπαϊκού συστήματος ελέγχου αμαξοστοιχιών ETCS, ενώ η σύμβαση παραδόθηκε, κατά τον ίδιο, στον συμφωνημένο χρόνο των δεκαπέντε μηνών.
Καλή είδηση, ασφαλώς. Και είδηση που έπρεπε να είναι αυτονόητη εδώ και χρόνια για τη βασικότερη σιδηροδρομική γραμμή της χώρας. Δεν πρόκειται για πολυτέλεια ούτε για έργο βιτρίνας. Πρόκειται για δικλείδες ασφαλείας, για συστήματα που περιορίζουν το ανθρώπινο λάθος, για τη δυνατότητα να γνωρίζει το κέντρο ελέγχου πού βρίσκεται κάθε τρένο και να αποτρέπεται το αδιανόητο.
Όμως, ας τα λέμε λαϊκά και καθαρά. Μετά τα Τέμπη, η κοινωνία δεν χορταίνει με ανακοινώσεις, ποσοστά και κορδέλες. Δεν ήταν μια κακή στιγμή που ξεχνιέται με μια συνέντευξη. Ήταν μια ανείπωτη τραγωδία, μια πληγή που δεν κλείνει επειδή μπήκε ένα σύστημα σε λειτουργία ή επειδή εκδόθηκε μια βεβαίωση παραλαβής.
Γι’ αυτό η πλήρης τηλεδιοίκηση, εφόσον λειτουργεί πράγματι σε όλο το μήκος της διαδρομής και συνοδεύεται από αξιόπιστη σηματοδότηση, ETCS, συντήρηση, εκπαιδευμένο προσωπικό και ουσιαστικούς ελέγχους, είναι ένα βήμα που όφειλε να γίνει. Δεν είναι όμως το τέλος του δρόμου, είναι το ελάχιστο που απαιτούν οι επιβάτες και οι οικογένειες των ανθρώπων που χάθηκαν.
Η εμπιστοσύνη στο τρένο δεν θα επιστρέψει με κυβερνητικές αντιπαραθέσεις, ούτε με το ποιος παρέδωσε πρώτος ένα έργο στην ώρα του. Οι πολίτες θέλουν να μπουν στο βαγόνι, στη Θεσσαλονίκη ή στην Αθήνα, και να αισθανθούν πρωτίστως ασφάλεια και ότι το κράτος έκανε το καθήκον του. Όχι στα λόγια. Στην πράξη.
Θέλουν τα συστήματα να δουλεύουν κάθε ημέρα, όχι μόνο όταν παρουσιάζονται. Θέλουν βλάβες να εντοπίζονται και να αποκαθίστανται άμεσα, ενημέρωση χωρίς μισόλογα και ευθύνη όταν κάτι δεν πάει καλά. Αν το 100% είναι πραγματικότητα, ας αποδειχθεί στην πράξη. Με ασφάλεια και διαρκή λογοδοσία.
Ζήσης Μιχ. Πατσίκας
Καλή είδηση, ασφαλώς. Και είδηση που έπρεπε να είναι αυτονόητη εδώ και χρόνια για τη βασικότερη σιδηροδρομική γραμμή της χώρας. Δεν πρόκειται για πολυτέλεια ούτε για έργο βιτρίνας. Πρόκειται για δικλείδες ασφαλείας, για συστήματα που περιορίζουν το ανθρώπινο λάθος, για τη δυνατότητα να γνωρίζει το κέντρο ελέγχου πού βρίσκεται κάθε τρένο και να αποτρέπεται το αδιανόητο.
Όμως, ας τα λέμε λαϊκά και καθαρά. Μετά τα Τέμπη, η κοινωνία δεν χορταίνει με ανακοινώσεις, ποσοστά και κορδέλες. Δεν ήταν μια κακή στιγμή που ξεχνιέται με μια συνέντευξη. Ήταν μια ανείπωτη τραγωδία, μια πληγή που δεν κλείνει επειδή μπήκε ένα σύστημα σε λειτουργία ή επειδή εκδόθηκε μια βεβαίωση παραλαβής.
Γι’ αυτό η πλήρης τηλεδιοίκηση, εφόσον λειτουργεί πράγματι σε όλο το μήκος της διαδρομής και συνοδεύεται από αξιόπιστη σηματοδότηση, ETCS, συντήρηση, εκπαιδευμένο προσωπικό και ουσιαστικούς ελέγχους, είναι ένα βήμα που όφειλε να γίνει. Δεν είναι όμως το τέλος του δρόμου, είναι το ελάχιστο που απαιτούν οι επιβάτες και οι οικογένειες των ανθρώπων που χάθηκαν.
Η εμπιστοσύνη στο τρένο δεν θα επιστρέψει με κυβερνητικές αντιπαραθέσεις, ούτε με το ποιος παρέδωσε πρώτος ένα έργο στην ώρα του. Οι πολίτες θέλουν να μπουν στο βαγόνι, στη Θεσσαλονίκη ή στην Αθήνα, και να αισθανθούν πρωτίστως ασφάλεια και ότι το κράτος έκανε το καθήκον του. Όχι στα λόγια. Στην πράξη.
Θέλουν τα συστήματα να δουλεύουν κάθε ημέρα, όχι μόνο όταν παρουσιάζονται. Θέλουν βλάβες να εντοπίζονται και να αποκαθίστανται άμεσα, ενημέρωση χωρίς μισόλογα και ευθύνη όταν κάτι δεν πάει καλά. Αν το 100% είναι πραγματικότητα, ας αποδειχθεί στην πράξη. Με ασφάλεια και διαρκή λογοδοσία.
Ζήσης Μιχ. Πατσίκας








