Γράφει ο Αναστάσιος Βασιάδης
Σύμφωνα με το επίκαιρο νομοθετικό πλαίσιο της Πολιτικής Προστασίας, η τρέχουσα αντιπυρική περίοδος ξεκίνησε με την αισιόδοξη εκτίμηση, που σχετίζεται με το επίπεδο εδαφικής υγρασίας την οποία εξασφάλισε η υδρολογικά ικανοποιητική χειμερινή περίοδος.
Επι πλέον ανακοινώθηκαν και προβλεπόμενοι σχεδιασμοί για την πρόληψη των πυρκαγιών.
Την εύλογη αισιοδοξία όμως για την αποτελεσματικότητα του αντιπυρικού σχεδιασμού διαδέχθηκε η επιφυλακτικότητα, μετά την ενημέρωση της Πυροσβεστικής, ότι λίγο πριν ξεκινήσει η αντιπυρική περίοδος εκδηλώθηκαν 52 δασικές πυρκαγιές σε διάφορες περιοχές της χώρας.
Οι αναφορές για αυτές τις πρώιμες πυρκαγιές, επαναφέρουν με ιδιαίτερη έμφαση το διαχρονικό και πολυσήμαντο ζήτημα της δασοπροστασίας, από τις μόνιμες αιτίες που απειλούν τα διαρκώς απομειούμενα δάση μας.
Ο δασικός μας πλούτος απειλείται συνεχώς, όχι μόνο από τους κατά περίπτωση εμπρηστές αλλά και από τους πάσης φύσεως καταπατητές που επιδιώκουν την εκχέρσωση δασικών εκτάσεων για την ανάπτυξη άλλων δραστηριοτήτων.
Αυτές οι απειλές κατά του δασικού μας πλούτου υποθάλπονται από την έλλειψη σαφούς σχεδιασμού και οργάνωσης εκ μέρους των αρμοδίων, που είναι εντεταλμένοι προς τούτο.
Οι μεμονωμένες πυρκαγιές, που πρώιμα εκδηλώθηκαν πριν την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου, ανακαλούν στην μνήμη τις εκτεταμένες πύρινες καταστροφές δασών τα προηγούμενα χρόνια, όπου θρηνήθηκαν θύματα και χάθηκαν περιουσίες.
Το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο αναθέτει στην κεντρική διοίκηση την ευθύνη οργάνωσης της δασοπροστασίας, ενώ η αυτοδιοίκηση έχει αποστερηθεί από σχετικές αρμοδιότητες.
Παρά ταύτα όμως και παρά την κείμενη νομοθεσία, η προστασία των δασών δεν παύει να είναι υπόθεση όλων και υποχρέωση του καθένα.
Με την στασιμότητα και την βραδύτητα που χαρακτηρίζουν την εξέλιξη των αναγκαίων έργων πυροπροστασίας, αναδεικνύεται ως απολύτως αναγκαία η άμεση και έγκαιρη ενεργοποίηση του τοπικού παράγοντα, με την δημιουργία και τον καθαρισμό διόδων στις υψηλής επικινδυνότητας περιοχές, την περιφρούρηση από τις ίδιες τις τοπικές κοινωνίες και την ενεργοποίηση όσο πιο πολλών γίνεται μέσα από συγκεκριμένο επιχειρησιακό προγραμματισμό.
Για την πυροπροστασία πολλά λέγονται αλλά συνήθως ελάχιστα γίνονται, παρά τις σημαντικές προσπάθειες των πυροσβεστών και των εθελοντών.
Και αυτό γιατί προϋποτίθεται κόστος το οποίο δεν καλύπτεται στο βαθμό που είναι αναγκαίο.
Είναι χαρακτηριστικό δε ότι παραμένουν σε επικίνδυνη εκκρεμότητα παλαιότερες μεθοδεύσεις, που ενθαρρύνουν την ευρεία εκχέρσωση δασικών εκτάσεων, παρά την γενική αντίθεση των τοπικών κοινωνιών.
Η ανάμνηση των μεγάλων πυρίνων καταστροφών του παρελθόντος, αναζωπυρώνει μια πρόκληση η οποία πλην άλλων μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για την πλέον αποτελεσματική και ασφαλή διαφύλαξη των δασών μας.
Προς τούτο επιβάλλεται το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο να συμπληρωθεί με την απόδοση των σχετικών αρμοδιοτήτων και όλους τους αναγκαίους πόρους που απαιτούνται για την δασοπροστασία, στις τοπικές κοινωνίες δια των αυτοδιοικητικών δομών.
Με το ζήτημα της διαφύλαξης του δασικού μας πλούτου, αναφύονται συγκεκριμένα κεφαλαιώδη ζητήματα τα οποία ως κοινωνία οφείλουμε να θέσουμε κατά προτεραιότητα για την ζωή και το μέλλον μας.
Το δάσος είναι ένα απ’ αυτά αφού συμβάλει αποφασιστικά στην βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας και αν μη τι άλλο αποτελεί κίνητρο ανάπτυξης των ορεινών περιοχών.
Εκτιμάται ως αυτονόητο το χρέος των αρμοδίων αρχών, των φορέων αλλά και των ενεργών πολιτών να αναδεικνύουν συνεχώς την αναγκαιότητα της δασοπροστασίας η οποία διασφαλίζει το πράσινο της πατρίδας μας με όλα τα ευεργετήματα που αυτό συνεπάγεται.
Στην πατρίδα μας παραμένουν ακόμα απαράμιλλης ωραιότητας δάση που προσφέρουν δώρα μοναδικής αξίας.
Η αντιπυρική προστασία αποτελεί συνολική ευθύνη και υποχρέωση διαρκούς επαγρύπνισης, προκειμένου να διαφυλαχθεί αυτός ο δασικός πλούτος, ώστε αυτή η ανεκτίμητη εύνοια της φύσης να κληροδοτηθεί στις επόμενες γενεές.








