Του Γιώργου
Δημόπουλου*
Υπάρχει ένα κύριο σημείο στο οποίο διασταυρώνονται κινηματογράφος και αρχιτεκτονική: το έργο τους προσφέρει μια εμπειρία και ταυτόχρονα μια ερμηνεία του χώρου και του χρόνου, κι επομένως γίνεται μια πρόκληση για ποικίλες προσεγγίσεις -κοινωνική, ιστορική, ιδεολογική, πολιτιστική- του πεδίου αυτού.
Ο κινηματογράφος με τις δύο βασικές κατευθύνσεις του, τη μυθοπλασία (fiction) και το ντοκιμαντέρ (ως πράξη καταγραφής ενός μέρους της πραγματικότητας, αλλά και ως πράξη «μεταμόρφωσής» της), ανασυγκροτεί με το μοντάζ/τη συναρμολόγηση των επιλεγμένων σκηνών και πλάνων τη σχέση μας με το χώρο και το χρόνο1. Με «οπτικές αντιστίξεις», κατά την έκφραση του Sergei Einsenstein, σε ένα κινηματογραφικό έργο έρχονται σε διαλεκτική σχέση το κοντινό με το μακρινό, το παρόν με την ιστορία και το μέλλον, το τυπικό με το ιδιαίτερο, η πραγματικότητα με το όνειρο και την ουτοπία. Κι ακόμα, με τις τεχνικές της επιτάχυνσης ή της επιβράδυνσης, της μεγέθυνσης ή της σμίκρυνσης, της οργάνωσης διαφορετικών σημείων όρασης και εστίασης, ένα αντικείμενο του θραυσματοποιημένου και ασυνεχούς χώρου μπορεί να μεγεθύνεται σε μια υπερ-πραγματικότητα, ή, αντίθετα, να υποβαθμίζεται σε μια ασημαντότητα, να μεταφέρεται δηλαδή σε ένα χώρο επινοημένο2 . Στη φύση δηλαδή και τον κόσμο του κινηματογράφου το κέντρο βάρους, αλλά και το πεδίο στοχασμού, μετατοπίζεται από το ένα σημείο στο άλλο ανάλογα κάθε φορά με το σκοπό της αφήγησης που επιλέγεται να εκτυλιχθεί.
Η κινηματογραφική τέχνη, μέσα από τη συμπαράθεση ή αντιπαράθεση ετεροτοπιών, δηλαδή διαφορετικών τόπων, περίκλειστων και συγχρόνως διαπερατών, που υπάρχουν στο εσωτερικό κάθε πολιτισμού, και ετεροχρονιών οι οποίες προσδίδουν στον χώρο μια ιστορία3 , επαναπροσδιορίζει σχέσεις ώστε να φτάσει, με τη διαπλοκή του χώρου και του χρόνου, σε μια ενότητα κινηματογραφικής αφήγησης που να ανταποκρίνεται στον στόχο του σεναρίου. Προσεγγίζει τον κόσμο με συνεχείς παλινδρομήσεις ανάμεσα σε διαφορετικούς, ασύνδετους και αποσπασματικούς χώρους και χρόνους, τους οποίους προσπαθεί να ανασυνθέσει μέσα από την κατάρρευση των χωροχρονικών περιορισμών. Για παράδειγμα, στο έργο του Ο Άνθρωπος με την Κινηματογραφική Μηχανή (1929) ο Dziga Vertov, με ποιητική και επαναστατική διάθεση, συνθέτει ένα τεχνητό αστικό τοπίο από πλάνα τεσσάρων πόλεων της Σοβιετικής Ένωσης, της Μόσχας, του Κιέβου, της Οδησσού και της Γιάλτας, για την κινηματογραφική απόδοση της ιδέας του για την ιδανική πόλη. Στην ταινία Ο Θείος μου (Mon Oncle, 1958) του Γάλλου σκηνοθέτη Ζακ Τατί η ζωή του κυρίου Ιλό που αρνείται να προσαρμοστεί στις συνθήκες ζωής που επιβάλλει η μοντέρνα εποχή παρουσιάζεται με την αντίστιξη δύο χώρων: ο ένας είναι το μικρό γραφικό διαμέρισμά του σε μια παλιά συνοικία στο κέντρο του Παρισιού, όπου οι άνθρωποι αναπτύσσουν σχέσεις και εκφράζουν τα συναισθήματά τους, και ο άλλος μια μοντέρνα μονοκατοικία - μηχανή κατοίκησης στα προάστια με τον κήπο, το συντριβάνι. Στα έργα του ο Θόδωρος Αγγελόπουλος επιλέγει «προνομιακούς χώρους», χώρους δηλαδή και αρχιτεκτονικές δομές που προσλαμβάνουν μια βαθιά σημαίνουσα διάσταση και δεν εξυπηρετούν απλά και μόνο διακοσμητικούς σκοπούς4 . Στη μετανεωτερικότητα η φαντασμαγορία της εικόνας γίνεται το κύριο πολιτιστικό συμβάν, όπως το επιβεβαιώνουν κινηματογραφικές και αρχιτεκτονικές δημιουργίες, όπως το Star Wars στο χώρο του κινηματογράφου και το μουσείο Guggenheim του Frank Ghery στο Μπιλμπάο της Ισπανίας ή το Louvre Abu Dhabi του Jean Nouvel στα Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα στο χώρο της αρχιτεκτονικής.
H κινηματογραφική λοιπόν τέχνη προσφέρει όχι απλά μια νέα εμπειρία αλλά και μια νέα ερμηνεία και γνώση του χώρου και των ποικίλων, αενάως μεταβαλλόμενων μέσα στον χρόνο, σχέσεων που αναπτύσσονται σ’ αυτόν5. Επομένως μπορεί να γίνει ένα χρήσιμο μεθοδολογικό εργαλείο στοχασμού και κατανόησης του πολυσήμαντου αρχιτεκτονικού χώρου και της κοινωνικής του σημασίας, του χώρου δηλαδή στον οποίο γινόμαστε οι ίδιοι οι καθημερινοί πρωταγωνιστές ορίζοντας με τη συμμετοχή και τη δράση μας νέες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων μέσα στο περιβάλλον που διαμορφώνουν οι υλικές και πνευματικές συνθήκες του μετανεωτερικού κόσμου.
Δρ. Αρχιτέκτων Μηχανικός
Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου
1 Vincent Pinel, Το μοντάζ, μτφρ. Α. Μπαλτά, Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2006, σ. 6, 44-45.
2 Emmanuel Siety, Το πλάνο, μτφρ. Σ.Καρκανιάς, Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2007, σ. 34.
3 Michel Foucault, Ετεροτοπίες και άλλα κείμενα, μτφρ. Τ. Μπέτζελος, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 2012, σ. 256, 260, 265-267.
4 Ειρήνη Στάθη, Χώρος και Χρόνος στον Κινηματογράφο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, Αθήνα, εκδ. Αιγόκερως, 1999, σ. 31.
5 Henry Lefebvre, Δικαίωμα στην πόλη, χώρος και πολιτική, μτφρ. Π. Τουρνικιώτης –Κλωντ Λωράν, Αθήνα, εκδ. Κουκίδα, 2007, σ. 9, 50.